Τι έγινε στη Ρουμανία

Αναδημοσίευση από το https://ourbabadoesntsayfairytales.wordpress.com/about/

Εισαγωγή

Μεταφράσαμε και δημοσιεύουμε το άρθρο του Florin Peanaru για τα τελευταία γεγονότα στη Ρουμανία. Το άρθρο έχει δυνατά και αδύναμα σημεία, είναι όμως ό,τι καλύτερο έχει γραφτεί για για τα γεγονότα από έναν κάτοικο της χώρας. Το σημαντικότερο ίσως κομμάτι του άρθρου είναι το πως δείχνει την ανατολικοευρωπαϊκή αντίληψη περί καπιταλισμού και δημοκρατίας να επηρεάζει τις μεταβολές στο κρατικό apparatus σε έναν καιρό που το κράτος-το ατομικό μεμονωμένο κράτος-αδυνατεί να διαχειριστεί την εθνική οικονομία όπως στο παρελθόν, κάτι το οποίο προκαλεί τριγμούς, αντιφάσεις και ανταγωνισμούς στο εσωτερικό των τάξεων. Οι τάξεις κατακερματίζονται σε εισοδηματικές υποκατηγορίες θολώνοντας τις ταξικές διαχωριστικές γραμμές πάνω στις οποίες θα μπορούσε να υπάρξει μια ανασύσταση της τάξης ως επαναστατικό υποκείμενο. Το ακόλουθο κείμενο σκιαγραφεί πολύ καλά τις αντιφάσεις εντός του κρατικού μηχανισμού και το αμφίθυμο πολιτικό κλίμα ενάντια στον κρατικό μηχανισμό που εμφανίζεται στους καιρού μας: οι κυβερνήσεις είναι διεφθαρμένες και δεν εκπροσωπούν μεγάλα κομμάτια της κοινωνίας ενώ άλλα κομμάτια που εκπροσωπούνται από αυτές το κάνουν σε βάρος άλλων. Η ικανότητα των κυβερνήσεων μέσω του κράτους να διαχειριστούν συνολικά την εθνική οικονομία και την κοινωνική αναπαραγωγή μειώνεται δραματικά αυξάνοντας του ανταγωνισμούς εντός και εκτός του κράτους. Έτσι ενώ καμιά κυβέρνηση δεν είναι ικανή να διαχειριστεί τη κρίση, το κράτος ως σκληρός οργανωτικός και κατασταλτικός μηχανισμός φαίνεται να είναι ο απόλυτος ορίζοντας κοινωνικής αναπαραγωγής, κοινωνικής δικτύωσης και σχέσεων και τελικά το Τέλος κάθε πολιτικής ως διαδικασίας.

Συνεπώς ενώ δεν έχουμε λόγω να το αμφισβητήσουμε, θεωρούμε ότι τα δύο στρατόπεδα αυτή τη στιγμή στη Ρουμανία δεν είναι τόσο ξεκάθαρα όσο περιγράφει το κείμενο προς το τέλος του με βάσει τους εισοδηματικούς και επαγγελματικούς τους όρους.. Ενώ δεχόμαστε όσα λέει το κείμενο δεν θα έπρεπε η ανάλυση να αρκεστεί εκεί Αντιθέτως ο αγώνας ενάντια στη διαφθορά έχει να κάνει μάλλον με μια γενική δυσαρέσκιά της Ρουμανικής κοινωνίας η οποία εκτονώνεται κάθε φορά σε πολιτικά κινήματα ανυπακοής και διαμαρτυρίας στα οποία ηγεμονεύει η πολιτική ταυτότητα. Η δυσαρέσκεια αυτή απλώνεται με διάφορες διαβαθμίσεις στο σύνολο τόσο της εργατικής τάξης, όσο και στα «κοινωνικά στρώματα» γενικά. Και όντως ως αφηρημένη χωράει μέσα κάθε προσωπική αιτιολόγηση και εκλογίκευση της συμμετοχής παρά τις ετερόκλητες κοινωνικές σχέσεις. Είναι τούτη η αντιφατική εικόνα της εποχής: αγώνες ενάντια στη κυβέρνηση μα υπέρ του κράτους, ενάντια στην αντιδημοκρατικότητα της μα και με καχυποψία προς τις εκλογές, ενάντια στην υποτίμηση των ζωών μα υπέρ των αφεντικών, ενάντια στη δημοκρατία μα υπέρ του πολίτη. Η δικαιολογία πολλών διαδηλωτών πως «εγώ ήρθα εδώ για δικούς μου λόγους όχι για τους άλλους» δεν είναι απλό απότοκο και δεν πρέπει να υποτιμάται: κρύβει μέσα της όλη την ανάλυση για την πτώση της εργατικής τάξης, την αδυναμία ριζοσπαστικής πολιτικής εκ μέρους της και την άνοδο του πολίτη ως μοναδικού-και αδιέξοδου-πολιτικού υποκειμένου. Ο πολίτης όσο και αν διαμαρτύρεται είναι a-priori κομμάτι αυτού του κόσμου χωρίς καμιά αρνητικότητα. Αυτό που κάνει αυτές τις πορείες ξανά και ξανά αντικείμενο συζητήσεων είναι η δυσκολία να ταξινομηθούν πολιτικά, οι πλατείες δεν έχουν πολιτικό πρόσημο στο παραδοσιακό πολιτικό φάσμα, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι είναι και ουδέτερες πολιτικά για να γίνουν πεδίο εισοδισμού: πολλές φορές, η επίκληση της ταυτότητας του πολίτη τους δίνει μια έμφαση οικουμενικότητας και δικαιωμάτων, από την άλλη η εμμονή τους στο κράτος και το έθνος δίνει μια μάλλον εθνικιστική εικόνα που βλέπει το κράτος σαν τον πολιτικό και οντολογικό ορίζοντα. Η επίκληση στη δημοκρατία κάνει τις πλατείες δημοκρατικές, από την άλλη όμως πάντα οι πλατείες εμφανίζονται ως αντίδραση σε μια εκλεγμένη κυβέρνηση. Είναι αυτό το αδιέξοδο, το όριο της ταξικής πάλης σήμερα, μια κατάσταση που δε μπορεί να πάει πίσω, ούτε όμως μπορεί να κάνει κάποιο άλμα μπροστά.

Εισαγωγή-Μετάφραση A ruthless critique.

Tι έγινε ακριβώς στη Ρουμανία;

.Μια απόφαση της σοσιαλδημοκρατικής κυβέρνησης να περάσει ένα επείγον διάταγμα, που αποποινικοποίησε εν μέρει την κατάχρηση εξουσίας από δημόσιους λειτουργούς, έφερε περισσότερους από τους μισούς Ρουμάνους στους δρόμους. Η κυβέρνηση έκανε λάθος να περάσει αυτό το διάταγμα. Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι ένας από τους κύριους εποφελούμενους θα ήταν ο Liviu Dragnea, ο ηγέτης του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος και Πρόεδρος της κυβέρνησης που κατηγορείται για κατάχρηση εξουσίας. Η υπόθεση του ακόμα εκκρεμεί. Το επιχείρημα ότι η κυβέρνηση έπρεπε να περάσει αυτό το διάταγμα προκειμένου να γίνει σεβαστή μια προηγούμενη απόφαση του Συνταγματικού Δικαστηρίου δεν έχει καμία απολύτως υπόσταση. Ούτε πείθει το επιχείρημα ότι αυτό το διάταγμα θα διευκόλυνε το ήδη υπερφορτωμένο σύστημα φυλακών. Εάν επιβαλλόταν, το διάταγμα θα ευνοούσε τους υπαλλήλους στην κρατική γραφειοκρατία, όχι τους φτωχότερους που κατηγορούνται για μικροκλοπές. Το μέτρο προκάλεσε τη δυσαρέσκεια ακόμη και μεταξύ των εκλογικών περιφερειών που ψήφισαν τους Σοσιαλδημοκράτες στις εκλογές του περασμένου χρόνου. Για αυτούς, όπως για πολλούς άλλους Ρουμάνους, η επιείκεια για τους καταδικασμένους πολιτικούς αποτελεί ήδη μεγάλη αδικία. Ο τρόπος που η κυβέρνηση αποφάσισε να πάει το νομοσχέδιο προς ψηφοφορία – βιαστικά και χωρίς διαφάνεια – μόνο χειρότερα έκανε τα πράγματα.

Γιατί το PSD (ΣτΜ το σοσιαλδημοκρατικό κόμμα) ενέργησε με τέτοια βιασύνη, με αυτήν την ιδιαίτερη μορφή, και γιατί το έκαναν αμέσως μετά από τις εκλογές που τους έδωσαν μια ισχυρή πλειοψηφία, είναι δευτερεύουσες ερωτήσεις, και πιθανώς άσχετες. Μπορούμε να υποθέσουμε την απόγνωση του Dragnea, αλλά εξ ίσου καλά μπορούμε να παρατηρήσουμε έναν τρόπο εφαρμογής της πολιτικής που γαλουχήθηκε στο μικρο-επίπεδο της επαρχίας όπου ο Dragnea ξεκίνησε τη καριέρα του. Επίσης, με τον τρόπο με τον οποίο η απόφαση λήφθηκε και δημοσιοποιήθηκε, υπάρχει ευδιάκριτη μια σαφής έλλειψη άλλων δραστήριων μελών μέσα στο κόμμα. Με μόνο μια ή δύο εξαιρέσεις κανείς δεν εγείρει διαφωνίες στο κομμά, το οποίο κατά τη διάρκεια και άλλων σκανδάλων παραμένει σχεδόν σιωπηλό.

 Αφ’ ετέρου, άνθρωποι με κάθε καλή πρόθεση, με κάθε δίκιο πήραν τους δρόμους. Όταν δεν σ’αρέσει τι κάνει η κυβέρνηση βγαίνεις στους δρόμους, διαμαρτύρεσαι. Συγχρόνως, είναι αδύνατο να αμφισβητηθεί το γεγονός ότι αυτές οι διαμαρτυρίες ήταν όχι μόνο ενάντια στα κυβερνητικά σχέδια, αλλά και, προφανώς, υπέρ μερικών κρατικών οργάνων, της εξουσίας και της καταστολής, καθώς επίσης και υπέρ του Προέδρου Iohannis1. Οι διαμαρτυρίες ζήτησαν τη συνέχεια της εκστρατείας ενάντια στη διαφθορά, ανεξάρτητα από τα έμφυτα και γνωστά προβλήματα εκείνης της εκστρατείας, της εξόφθαλμα πολιτικής υφής της και των δικών της καταχρήσεων. Διαμαρτυρία ενάντια στις κυβερνητικές καταχρήσεις, παραβλέποντας όμως τις καταχρήσεις της ίδιας της εκστρατείας ενάντια στη διαφθορά; Πριν τις διαμαρτυρίες, προηγήθηκε η αποκάλυψη ότι ο στρατηγός Coldea, ο δεύτερος στην ιεραρχία της ρουμανικής υπηρεσίας πληροφοριών, ένας αφοσιωμένος στυλοβάτης της εκστρατείας ενάντια στη διαφθορά, έπρεπε να παραιτηθεί μετά από τη συνεργία του με έναν προηγούμενο γερουσιαστή που κατηγορήθηκε για τη δωροδοκία.

Αυτό που διέκρινε την φύση των διαμαρτυριών ήταν αυτή η επιλεκτικότητα της προσοχής. Η αγανάκτηση είναι κανονική και οι διαμαρτυρίες είναι φυσικές. Αλλά βρισκόμαστε σε μια αδύνατη κατάσταση. Οι διαμαρτυρίες ενάντια στο PSD γέννησαν έναν ευρύ συνασπισμό στον οποίο καθημερινός και δυσαρεστημένος κόσμος συγκεντρώθηκε και συναντήθηκε με όλα τα είδη των πολιτικών τυχοδιωκτών – για μια ακόμη μια φορά2. Το γεγονός ότι οι πολιτικοί της αντιπολίτευσης ενώθηκαν με τις πορείες έκανε τα πράγματα χειρότερα. Ακούσια, όπως στο παρελθόν, το PSD κατόρθωσε να αναβιώσει μια καταρρέουσα Δεξιά. Ακόμα περισσότεροι, η αισθητική των διαμαρτυριών, των ομιλιών, των εθνικών σημαιών και του τραγουδιού του εθνικού ύμνου – παρά τα έξυπνα και δημιουργικά συνθήματά τους – είχαν μια προφανή δεξιά και εθνική αίσθηση. Το κυβερνητικό διάταγμα και οι αντιδράσεις στους δρόμους μείωσαν τις λεπτές πιθανότητες μιας επανασύστασης της αριστεράς ως αντιπολίτευσης. Στην πραγματικότητα, τα πρώτα θύματα των διαμαρτυριών ήταν οι λίγες φωνές στα αριστερά του PSD που δυσφημούνται τώρα λόγω της σιωπής τους.

Πέρα από την άμεση περίπτωση του διατάγματος, βλέπουμε ένα μοτίβο. Ένα μέρος της κοινωνίας για το οποίο το PSD αντιπροσωπεύει το απόλυτο κακό, τη «κόκκινη πανούκλα», βγαίνει στους δρόμους. Για τα τελευταία πέντε έτη, έχουν βγει στο δρόμο ενάντια στο PSD κάθε χρόνο: 2012 (καλοκαίρι), το 2013 (Rosia Μοντάνα)3, το 2014 (η προεκλογική εκστρατεία Iohannis), το 2015 (Colectiv), και τώρα, το 2017, μετά αφού οι αντιπρόσωποι του PSD κέρδισαν την πλειοψηφία των κοινοβουλευτικών εδρών. Επομένως, όπως ο δημοσιογράφος Horatiu Pepine αναφέρει, αυτές οι διαμαρτυρίες έρχονται ως αντίδραση στο PSD με το που κέρδισε τις εκλογές – ήταν μια a posteriori κραυγή. Το PSD κέρδισε όχι μόνο επειδή ψηφίστηκε, αλλά και επειδή η αντιπολίτευση δεν πήρε αρκετές ψηφοφορίες. Το διάταγμα όχι μόνο προκάλεσε τις ισχυρές αντιδράσεις ενάντια στο PSD ως κόμμα, αλλά και, όπως ήταν αναμενόμενο βάσει της δυναμικής των προηγούμενων χρόνων, ενάντια στους ψηφοφόρους PSD επίσης. Αυτό, στην πραγματικότητα, είναι ένας μόνιμος κίνδυνος: πίσω από την αγανάκτηση ενάντια στο PSD και τις ενέργειές του κρύβεται το φάσμα της έχθρας ενάντια στους ψηφοφόρους του.

Ο Costi Rogozanu εξήγησε πολύ καλά ότι πίσω από την ευχερή αντίθεση της «μητροπολιτικής» και «επαρχιακής» Ρουμανίας στέκεται μια σειρά κατακερματισμένων ταξικών ανταγωνισμών και συσχετισμών, τοπικών και πολιτικών συμφερόντων, και ειδικά μια σειρά πολιτικών που ωφέλησαν για πολλά χρόνια το τοπικό και διεθνές κεφάλαιο. Ο πόλεμος ενάντια στη διαφθορά (και δεν θα μπορούσε) δεν στόχευσε σε αυτούς, ακριβώς όπως δεν εξέτασε το γεγονός ότι τα αποτελέσματα της μετα-σοσιαλιστικής μετάβασης είναι δραματικά για το μεγαλύτερο κομμάτι του κόσμου.

Aς σταθούμε σε αυτό: έχουμε-υποτίθεται- μια σύγκρουση μεταξύ ενός διεφθαρμένου PSD και της κοινωνίας, ή καλύτερα ενός κομματιού της κοινωνίας, ενώ το χειρότερο μέρος της κοινωνίας στήριξε το PSD. Η αγανάκτηση παρά τα διατάγματα και τις κινητοποιήσεις μόνο θα ενισχύσει αυτήν την εντύπωση. Αλλά η πραγματική σύγκρουση είναι μιας άλλης φύσης,και κατά πολύ σοβαρότερη. Είμαστε σε μια πολύ συγκεκριμένη πολιτική κατάσταση στην οποία το PSD αντιπροσωπεύει ακόμα την πολιτική έκφραση των συμφερόντων και των φιλοδοξιών ενός μέρους του πληθυσμού. Οι αντίπαλοί τους δεν πέτυχαν να εκφράσουν τα πολιτικά τους συμφέροντα με μια ενιαία πολιτική, ή εάν το έκαναν, δεν εμφανίστηκε αυτό κοινοβουλευτικά και, από ό,τι φαίνεται, ούτε καν επιθυμούν αληθινά κάτι τέτοιο. Μάλλον, στοχεύουν να επιβάλουν τα ενδιαφέροντά τους με έναν άμεσο τρόπο επάνω στο κράτος, χωρίς τη μεσολάβηση των εκλογών. Το σύνθημα «ψηφίζω και εγώ DNA4!» είναι όχι μόνο ένας δημοσιογραφικός όρος, αλλά και η έκφραση αυτής της ευρείας προσδοκίας για ορισμένα κρατικά όργανα για να γίνουν οι εκφραστές της “λαϊκής θέλησης” έξω από το εκλογικό σύστημα.

Σε τέτοιους όρους, η λαϊκή υποστήριξη πηγαίνει από τον δρόμο άμεσα στα όργανα. Έτσι οι διαμαρτυρίες δεν είναι απλά αντι-PSD, αλλά, σιωπηρά, υπέρ μερικών κρατικών οργάνων. Είναι μια κατάσταση σχεδόν χωρίς οποιοδήποτε προηγούμενο, στο οποίο οι αντίπαλοι μιας κυβέρνησης δεν προσπαθούν να βάλουν τους πολιτικούς τους στην εξουσία, αλλά τους θέλουν να πέσουν έτσι ώστε δεν παρακωλύουν τη δραστηριότητα άλλων κρατικών οργάνων.

Η τεχνοκρατική κυβέρνηση του Ciolos Dacian, μαζί με τη φιλοδοξία του να παραμείνει πρωθυπουργός χωρίς να πάει σε εκλογές, είναι εύγλωττη υπό αυτή την έννοια. Η αυτονομία της αστυνομίας και των κατασταλτικών δυνάμεων του κράτους, καθώς επίσης και η πλήρης αποσύζευξή τους από οποιοδήποτε πολιτικό και δημόσιο έλεγχο είναι τα σημαντικότερα στοιχεία αυτής της διαδικασίας. Στην πραγματικότητα διατυπώνεται, ένας κλάδος των κρατικών οργάνων, ένας αστερισμός οργάνων που συνδέονται από τις πολλαπλάσιες αόρατες σχέσεις καλείται να μείνει άθικτος από οποιοδήποτε πολιτικό έλεγχο, ή ακόμα και μιας ανεξάρτητης επίβλεψης.

Το παράπλευρο θύμα, φυσικά, είναι δημοκρατία, υπό την αστικοδημοκρτική της μορφή. Είναι παράξενο επομένως ότι εκείνοι που έκαναν μια σταδιοδρομία με την υπεράσπιση της δημοκρατίας είναι τώρα σιωπηλοί, αντιμέτωποι με αυτήν την κατάσταση. Για χρόνια τώρα, η αρχή του διαχωρισμού των κρατικών εξουσιών έχει ακυρωθεί (ο νομοθετικός κλάδος έχει διαλυθεί, ο έλεγχός του δικαστικού σώματος είναι ανύπαρκτος). Επιπλέον, βλέπουμε μια ρήξη μεταξύ των κλάδων της εκτελεστικής εξουσίας (μεταξύ του γραφείου του Προέδρου και της κυβέρνησης). Τα κρατικά όργανα τώρα οργανώνονται σε δύο άξονες: αφ’ ενός, το γραφείο του Προέδρου και των ομάδων επιβολής του νόμου, αφ’ ετέρου η κυβέρνηση και τα όργανα της). Δεν είναι κατά τύχη ότι μόλις πέρασαν το διάταγμα, ο Πρόεδρος Iohannis πήγε στο ανώτερο Συμβούλιο δικαστών προκειμένου να βρεθεί μια κοινή λύση για την ακύρωσή του. Αυτό είναι στην πραγματικότητα η κύρια αντίφαση στη ρουμανική πολιτική, μια στην οποία όλες οι άλλες αντιφάσεις υπάγονται – χάνοντας με αυτό τον τρόπο τις κριτικές προοπτικές τους. Αυτή η κύρια αντίφαση φέρνει στη δίνη της και τις διαμαρτυρίες στους δρόμους επίσης, κάνοντας τες μια δύναμη υπέρ του άξονα του Προέδρου.

Ναι, οι αποφάσεις πρέπει να αντιταχθούν. Το πρόβλημα είναι ότι οι διαμαρτυρίες δεν λύνουν το κύριο ζήτημα. Η κατάσταση φαίνεται να είναι ένα αδιέξοδο. Αφ’ ενός, έχουμε το PSD, αντιπροσωπεύοντας την πολιτική των μικρών και μέσων επαρχιακών πόλεων, που χαρακτηρίζεται από την τοπική συνενοχή, των γενιών, οικογένειες, πολύ ιεραρχικές προσωποπαγείς σχέσεις, βασισμένες στην απεριόριστη πίστη, αδιάλλακτη προς οποιοδήποτε είδος διαφωνίας ή απόκλισης, γενναιόδωρη προς τα μέλη της και ανηλεή προς τους εχθρούς, συντηρητική και ρατσιστική.

Αυτό που δεν αντιπροσωπεύουν οι πολιτικές του PSD είναι οι φτωχοί (που είναι και αποκλεισμένοι από τη δημοσιότητα ειδικά στις μικρές και μέσες πόλεις), Φυσικά ούτε το όλο και αυξανόμενο πρεκαριάτο αντιπροσωπεύεται από τις πολιτικές τους. Αντιπροσωπεύουν τη μικρή αστική τάξη των επαρχιακών πόλεων και τους υπαλληλικούς εργαζομένους τους. Το PSD λειτουργεί ως η ελάχιστη κοινωνική ασφάλιση τους, που εγγυάται ένα πολύ πατριαρχικό σύστημα της ανακατανομής των καρπών της υπανάπτυξης. Στον αντίθετο πόλο, τα κατασταλτικά όργανα του κράτους, όλο και περισσότερο μακριά από το κυβερνητικό έλεγχο, ελέγχονται από γραφειοκράτες σταδιοδρομίας, που έχουν τις μηνιαίες αμοιβές τους στο τοπ 5% της Ρουμανικής κοινωνίας, έχουν αρχίσει και αυτονομούνται από τον πολιτικό έλεγχο καθώς μέσω της δημοκρατίας μπορεί κοινωνικά κομμάτια-για άλλους λόγους-να φέρουν στην εξουσία διεφθαρμένους πολιτικούς που μπορεί να παρέμβουν για λαϊκιστικούς όρους.

Παρόλα αυτά, τι κρύβεται πίσω από αυτήν την αντίθεση είναι, όπως πάντα, η τάξη. Οι Σοσιαλδημοκράτες αύξησαν το βασικό μισθό, και τις συντάξεις, και οι φόροι για τα φτωχότερα κομμάτια του πληθυσμού μειώθηκαν και αύξησε (ελαφρώς) τα έξοδα κοινωνικής πρόνοιας. Θα πρέπει να ισορροπήσουν βέβαια αυτά τα μέτρα με την επανεξέταση της φορολογίας, ειδικά με τη διάλυση του ενιαίου φόρου και με τη φορολόγηση των πλουσιότερων τμημάτων και των εταιρικών εισοδημάτων, κάτι πολύ δύσκολο. Αντιμέτωπο με τέτοιες προοπτικές, δεν είναι καθόλου εκπληκτικό ότι οι εταιρικοί εργαζόμενοι, και ειδικά οι προϊστάμενοί τους, ήταν στους δρόμους για να διαμαρτυρηθούν. Στους εργαζόμενους στις εταιρίες του Βουκουρεστίου προσφέρθηκε οι ώρες της αδείας τους για να είναι σε θέση να μείνουν τη νύχτα έξω και να διαμαρτυρηθούν ενάντια στην κυβέρνηση. Το McDonalds πρόσφερε το ελεύθερο τσάι στους διαμαρτυρόμενους για να μείνουν ζεστοί και να μην αφυδατωθούν. Ο τοπικός προϊστάμενος της τράπεζας Raiffeisen, μια τράπεζα που κατηγορήθηκε για την εξαπάτηση δεκάδων χιλιάδων Ρουμάνων μέσω του τεχνάσματος των καταχρηστικών προτάσεων στις συμβάσεις τους, έφερε την οικογένειά του στις διαμαρτυρίες. Οι δημοσιογράφοι και άλλες αυθεντίες των ΜΜΕ, που στο παρελθόν επέκριναν ήδη τα κοινωνικά μέτρα της κυβέρνησης ως απερίσκεπτα έξοδα, συντόνισαν τις επιθέσεις τους ενάντια στην κυβέρνηση. Λίγη κατάπληξη προκαλεί συνεπώς σε αυτό το πλαίσιο το γεγονός ότι οι διαμαρτυρίες κινήθηκαν γρήγορα από μια συγκεκριμένη απαίτηση σχετικά με το διάταγμα, προς την παραίτηση της πρόσφατα διορισμένης κυβέρνησης συνολικά.

Στις 5 Φεβρουαρίου, η ημέρα που χαρακτήρισε από τους μεγαλύτερους αριθμούςανθρώπων στους δρόμους, η κυβέρνηση ακύρωσε το διάταγμα. Επέλεξε μια κανονική κοινοβουλευτική διαδικασία για να κάνει τις επιθυμητές αλλαγές. Ήδη, το πολιτικό σκάνδαλο κινήθηκε μέσα στο Κοινοβούλιο όπου ο προϋπολογισμός του επόμενου έτους συζητείται. Μετά από την κυβερνητική απόφαση οι διαμαρτυρόμενοι βγήκαν ξανά στο δρόμο, αλλά οι αριθμοί ελαττώθηκαν σημαντικά και η δύναμη τους είναι σίγουρα χαμηλότερη. Η αντίθετη διαδήλωση υπέρ της κυβέρνησης δεν έφτασε ούτε τα 1000 ‘άτομα. Προς το παρόν, η πολιτική αναταραχή φαίνεται να καταλαγιάζει, αλλά οι βαθύτερες κοινωνικές και πολιτικές γραμμές κατακερματισμού είναι ακόμα εκεί και βαθύτερες από πάντα. Αυτές οι διαμαρτυρίες τις ενίσχυσαν μόνο και τις έφεραν στην επιφάνεια παροδικά. Το γεγονός ότι αυτοί οι ανταγωνισμοί θα εκραγούν πάλι είναι μόνο μια υπόθεση χρόνου.

Φωτογραφίες από τις πορείες

.

Υποσημειώσεις.

1Klaus Iohannis-Ρουμανο-γερμανός Πολιτικός και πρόεδρος της Δημοκρατίας. Η γερμανική καταγωγή του στην μετα-σοσιαλιστική κοινωνία της Ρουμανίας και την ανάλογη mentalite τον έχει κάνει σύμβολο φερεγγυότητας και “εξ-ευρωπαισμόυ”, του τυπικού ονείρου δηλαδή ότι στην δυτική ευρώπη η αστική δημοκρατία δουλεύει προς όφελος όλου του “λαού” και της ανάπτυξης βάσει δημοκρατικών και οικονομικών κανόνων. Αυτοί οι αντικειμενικοί κανόνες της αγοράς που υποτίθεται ότι λειτουργούν, αν γίνουν σεβαστοί θεωρείται οτι παραβιάζονται στη Ρουμανία όπως και σε κάθε κίνημα πλατειών το οποίο λόγω θέσης αδυνατεί να δει τη -νέα- σχέση μεταξύ κράτους ως πολιτικού σώματος, κράτους ως οργανωτικού σώματος της αστικής κοινωνίας της διεθνούς διάστασης του κεφαλαίου και της οικονομίας.

2Δες εδώ παλαιότερο άρθρο μας για την εκστρατεία ενάντια στη διαφθορά στην Ρουμανία με έναν εκτενή πρόλογο για τη ταξική πάλη και το αδιέξοδο της εκει

3Για μια εκτενή ανάλυση του συνολικού κινήματος στη Ρουμανία τα τελευταία χρόνια δες εδώ

4Μέτωπο ενάντια στη διαφθορά

 

Leave a Reply